Ένα βουνό στο γάλα

Το παραμύθι αυτό μου ήρθε στο μυαλό ένα πρωί που ο Έκτορας δεν ήθελε να πιει το γάλα του… γιατί όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση… 

Ένα βουνό στο γάλα

ή Πώς ο Πέτρος έμαθε να πίνει το γάλα του

Είναι 7.00 το πρωί. Ο σκύλος μπαίνει στο δωμάτιο του Πέτρου και τον γλύφει στο πρόσωπο. Εκείνος δεν φαίνεται να θέλει να ξυπνήσει. Είναι όμως Δευτέρα και έχει σχολείο. Ο Πέτρος δεν βρίσκει κανένα λόγο να σηκωθεί. Μέχρι πριν από ένα λεπτό ψάρευε με τον καλύτερό του φίλο, τον Τζακ. Ο Πέτρος τρελαίνεται να ακούει τις περιπέτειές του. Για το ταξίδι που έκανε πάνω σε μία φασολιά, για την κότα που έκανε χρυσά αβγά, αλλά και τον γίγαντα με τις μαγικές μπότες. Καμιά φορά έρχεται και η Αλίκη στην παρέα τους. Τους φέρνει πάντα τσάι και μπισκότα από το σπίτι του Κούνελου.

Και τώρα σας ρωτώ: αν ψαρεύεις με τους φίλους σου στο ποτάμι την ώρα που δύο χρυσόψαρα τραγουδάνε, πώς είναι δυνατόν να αφήσεις τέτοια παρέα για να πας σχολείο; Άσε που πρώτα πρέπει να ψαρέψεις τις παντόφλες σου κάτω από τα τρενάκια, τα αυτοκινητάκια και τους δεινόσαυρους. Να ντυθείς, να πλυθείς, να φτιάξεις την τσάντα σου…

  • Άντε παιδί μου, αργείς, φωνάζει η μαμά από την κουζίνα.
  • Καλά, σηκώνομαι, μουρμουρίζει μισοκοιμισμένος ο Πέτρος.

Ο Πέτρος είναι τώρα μπροστά στη ντουλάπα. «Για να δούμε, τι θα βάλουμε σήμερα;» σκέφτεται. Η μαμά λέει και ξαναλέει στις φίλες της πόσο περήφανη είναι για αυτόν, γιατί, όχι μόνο ντύνεται μόνος του, αλλά θέλει να διαλέγει ο ίδιος τα ρούχα του. Εγώ πάλι θα σας πω ένα μυστικό. Τα διαλέγει μόνος του, γιατί τη μαμά του σίγουρα θα την έπιανε πανικός αν έβλεπε τον χαμό που γίνεται στη ντουλάπα του. Κάθε πρωί, όταν ανοίγει τα συρτάρια, τα ρούχα του αναστατώνονται. Ξεδιπλώνονται μπροστά του, τεντώνονται, απλώνουν τα χρώματα και τα σχέδιά τους και αρχίζουν να τσακώνονται:

  • Εμένα να βάλεις. Έχω το αγαπημένο σου χρώμα!
  • Σιγά μην βάλει εσένα. Εγώ έχω τον αγαπημένο του ήρωα!
  • Μην είστε ανόητα! Έξω κάνει κρύο και χρειάζεται κουκούλα. Εμένα θα διαλέξει.

Η αλήθεια είναι ότι προσπαθεί να μην απογοητεύσει κανένα τους. Κάθε μέρα διαλέγει κι ένα διαφορετικό. Κάποιες φορές μάλιστα, αν δει ότι ένα ρουχαλάκι στεναχωρήθηκε πολύ που δεν το φόρεσε, μπορεί να αλλάξει και δυο φορές τη μέρα – κάτι που βέβαια δεν αρέσει καθόλου στη μαμά.

  • Πού είσαι παιδί μου;, φωνάζει ο μπαμπάς. Το γάλα σου. Περνάει η ώρα!

Ωχ, το γάλα. Ο Πέτρος το φαντάζεται στο τραπέζι να τον περιμένει με ένα σατανικό χαμόγελο. «Χι, χι, εδώ είμαι πάλι. Σε περιμένω. Θες δεν θες, θα με πιεις…» Και γιατί παρακαλώ να πρέπει κάθε πρωί να πίνουμε γάλα;

Tο τραπέζι με το γάλα. Πλησιάζει αργά. Θέλει να κερδίσει χρόνο. Αν αργήσει να το πιει, μπορεί η μαμά να πει «Καλά άστο το γάλα. Πρέπει να φύγουμε». Κάθεται στην καρέκλα και κοιτάζει το ποτήρι. Πιάνει το καλαμάκι και αρχίζει να παίζει με το γάλα. Έπειτα κάνει μπουρμπουλήθρες.

Όταν ξαφνικά… Μα, τί είναι αυτό; Ο Πέτρος σκύβει πάνω από το ποτήρι. Περιμένει λίγο να κάτσουν οι μπουρμπουλήθρες. Μοιάζει με κορφή βουνού. Αδύνατον! Μία μικρή μυτερή άκρη πυραμίδας ξεχωρίζει. Δεν μπορεί να δει καλά. «Κάτσε να πιω λίγο», σκέφτεται. Ρουφάει με το καλαμάκι μία γουλιά. Κι όμως, είναι η κορφή ενός βουνού! Τούφες, τούφες λευκό χιόνι απλώνεται στη βουνοκορφή. Ο Πέτρος γουρλώνει τα μάτια του. Με το καλαμάκι πασχίζει πασχίζει να χαμηλώσει το γάλα στο ποτήρι για να φανεί η συνέχεια. Μα το γάλα δεν θέλει να παραμερίσει. «Πρέπει να πιω κι άλλο», σκέφτεται ο μικρός. Ρουφάει άλλη μία μεγάλη γουλιά. Αυτή τη φορά, ξεχωρίζει τις πλαγιές του βουνού. Έλατα! Πολλά έλατα! Ένα πυκνό δάσος με έλατα.

Ο Πέτρος τρίβει τα μάτια του. Τσιμπάει τα μάγουλά του. «Άουτς, αυτό πόνεσε!», φωνάζει και τρίβει το μάγουλο που έχει κοκκινίσει. Σίγουρα λοιπόν δεν ονειρεύεται. Εκεί που χαζεύει το δάσος,  ένα μικροσκοπικό σκιουράκι κατεβαίνει από ένα έλατο και αρχίζει να τρέχει. Ξάφνου σταματάει, σηκώνει το κεφαλάκι του και κλείνει το μάτι στον Πέτρο. Κι έπειτα κατηφορίζει και χάνεται μέσα στο γάλα. Ο Πέτρος δεν το σκέφτεται καθόλου. Πίνει μια τρίτη γουλιά, τόσο ώστε αυτή τη φορά να φανεί ένα σπιτάκι. Δύο σπιτάκια. Τρία σπιτάκια. Το γάλα κατεβαίνει κι ένα ολόκληρο χωριό ξεχωρίζει πια. Και παιδάκια. Τρέχουν πάνω κάτω. Γελάνε. Τραγουδάνε. Δεν θα το πιστέψετε, αλλά έχει μείνει πολύ λίγο γάλα μέσα στο ποτήρι, όταν ξεχωρίζει μια τεράστια αγελάδα να σκάβει με τη μουσούδα της το χώμα. Δεν τρώει χορτάρι. Όχι. Σκάβει, κάτι ψάχνει. Κάτι είναι εκεί. Άραγε, αν τελειώσει το γάλα του, θα μπορέσει να δει τί κρύβεται κάτω από αυτό το χωριό; Κατεβάζει με δύναμη την τελευταία γουλιά. Το ποτήρι αδειάζει. Κι η αγελάδα… η αγελάδα προσπαθεί να φιλήσει μια άλλη αγελάδα που βόσκει σε ένα λιβάδι κάτω από αυτό το χωριό! Δεν γίνεται να σταματάει εδώ. Όχι, δεν γίνεται. Σηκώνει το ποτήρι και κοιτάζει τον πάτο του. Τίποτα. Σκύβει κάτω από το τραπέζι, τίποτα.

  • Μαμά, θέλω κι άλλο γάλα!

Η μητέρα του, που εκείνη την ώρα ψάχνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην τσάντα της, παγώνει. Άκουσε καλά; Θέλει κι άλλο γάλα; Τί πάει να πει αυτό; Πώς ήπιε κιόλας αυτό που του είχε βάλει; Γυρίζει προς το τραπέζι και κοιτάζει το ποτήρι. Είναι πράγματι άδειο. Έχουν περάσει μόνο πέντε λεπτά από τη στιγμή που ο γιος της κάθισε στο τραπέζι και το γάλα δεν υπάρχει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θέλει κι άλλο. Κοιτάζει το ρολόι της. Έχουν ακόμη δέκα λεπτά μέχρι να φύγουν. Προλαβαίνει. Τέτοιες ευκαιρίες δεν είναι κανείς να τις αφήνει. Τρέχει στο ψυγείο, βγάζει το γάλα και γεμίζει το ποτήρι του μικρού.

  • Ορίστε, παιδί μου, λέει σαστισμένη. Πες μου μόνο, τί σε έπιασε και ζητάς κι άλλο γάλα; Εσύ συνήθως…
  • Μαμά, δεν θα το πιστέψεις. Είναι μία αγελάδα στο ποτήρι που θέλει να φιλήσει μια άλλη κάτω από το βουνό κι εγώ δεν πρόλαβα να δω και θέλω τώρα να…
  • Εεεε;
  • Να, κοίτα. Υπάρχει ένα βουνό στο ποτήρι και ένας σκίουρος που πήγε σε ένα χωριό…

Η μητέρα του Πέτρου κοιτάζει μία τον Πέτρο και μία το ποτήρι. Προσπαθεί να καταλάβει τί της λέει ο γιος της. Κι εκεί που το βλέμμα της πηγαινοέρχεται, παγώνει πάνω στο ποτήρι. Γιατί με την πρώτη ρουφηξιά του Πέτρου, βλέπει μία αγελάδα να σκάβει στο χώμα. Στη δεύτερη ρουφηξιά, η μουσούδα της αγελάδας χαϊδεύει μια δεύτερη αγελάδα που αιωρείται ανάποδα μέσα στο γάλα. Κάτω από την ιπτάμενη αγελάδα ξεπροβάλλουν ένα ιπτάμενο χωριό, ένας ιπτάμενος σκίουρος, έλατα που χορεύουν μέσα σε μπουρμπουλήθρες από γάλα και κάτω κάτω, εκεί, στον πάτο του ποτηριού –ο οποίος παρεμπιπτόντως φάνηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα– είναι ένα αγόρι. Ένα αγόρι με μεγάλες μπότες, σκαρφαλωμένο σε μία φασολιά να χαιρετά τον Πέτρο.

  • Έι, φιλαράκι, πως σου φάνηκε;, λέει το αγόρι μέσα από το ποτήρι.
  • Εσύ ήσουν πίσω από όλα αυτά;, ρωτάει ο Πέτρος.
  • Ποιος άλλος; Δεν μπορούσα να σε βλέπω να υποφέρεις άλλο με το γάλα σου. Κάθε μέρα εκεί στο ποτάμι που ψαρεύουμε μου λες πόσο μισείς το γάλα. Είπα λοιπόν να το κάνω λίγο πιο ενδιαφέρον. Ε, κι έχω αρκετούς φίλους που μπορούν να βοηθήσουν από ότι βλέπεις.
  • Αν έχεις λέει…
  • Λοιπόν, άντε, θα αργήσεις στο σχολείο. Τα λέμε το βράδυ, έτσι; Θα σε περιμένω στη γέφυρα. Κι αύριο το πρωί κάτι θα σκεφτούμε πάλι.

Ο Πέτρος πετάχτηκε πάνω, άρπαξε την τσάντα του και όρμησε στην πόρτα. Η μητέρα του αντίθετα χρειάστηκε λίγα λεπτά να συνέλθει. Μάλλον θα φταίει που δεν έχω πιει καφέ ακόμη, σκέφτηκε, ακόμη ονειρεύομαι. Και με μηχανικές κινήσεις πήρε την τσάντα της και ακολούθησε τον μικρό.

  • Άντε, μαμά, θα αργήσουμε, φώναξε ο Πέτρος από τον δρόμο.

Βιαζόταν, βιαζόταν να πάει σχολείο. Στην πραγματικότητα, εδώ που τα λέμε, βιαζόταν να περάσει η μέρα. Είχε τόσα να πει με τον Τζακ το βράδυ και τόσα να περιμένει το επόμενο πρωί από… ένα ποτήρι γάλα.

Βιργινία Κοκκίνου

Νοέμβριος 2019 

«Τιμητική διάκριση παραμυθιού στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πεζογραφίας του Περιοδικού ΚΕΦΑΛΟΣ»